Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021

Γιατί οι μεταφραστές πρέπει να αναγράφονται στα εξώφυλλα

Κρυμμένος από τη θέα... ένας καλλιγράφος με μια πρώιμη κινεζική μετάφραση του Ρόμπερτ Μπερνς. (Φωτ.: Ντέιβιντ Τσέσκιν/Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου/Πενσιλβάνια)

 

Αναδημοσιεύουμε μεταφρασμένο το άρθρο της Τζένιφερ Κροφτ με τον παραπάνω τίτλο, άρθρο που δημοσιεύθηκε στον Guardian, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, και το οποίο προκάλεσε πολλές συζητήσεις στον αγγλόφωνο κυρίως εκδοτικό χώρο. Η αναταραχή αυτή φαίνεται μάλιστα να φέρνει αποτελέσματα. Όσο κι αν στην Ελλάδα τα πράγματα είναι ελαφρώς διαφορετικά (η αναγραφή του ονόματος των μεταφραστών είναι σχετικά συχνότερη), παραμένουν πολλά προβλήματα σε σχέση με την ηθική, και όχι μόνο, αναγνώριση του έργου τους - με πρώτο και καλύτερο το ζήτημα των (σχεδόν πάντα απλήρωτων) πνευματικών δικαιωμάτων, στο οποίο επίσης αναφέρεται η Κροφτ. Της δίνουμε λοιπόν τον λόγο:  

Γιατί οι μεταφραστές πρέπει να αναγράφονται στα εξώφυλλα

Οι εκδότες αποφεύγουν να αναδεικνύουν τους ανθρώπους που επιλέγουν κάθε λέξη των βιβλίων τα οποία προσφέρουν στους Άγγλους αναγνώστες. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας είναι άστοχη και άδικη.

«Οι μεταφραστές είναι σαν τους νίντζα. Αν τους αντιληφθείς, δεν είναι καλοί». Μια φράση που αποδίδεται στον ισραηλινό συγγραφέα Έτγκαρ Κέρετ και έχει εξαπλωθεί με τα μιμίδια· και σε ποιον δεν αρέσει μια μεστή αναφορά στους νίντζα; Ωστόσο, αυτή η ιδέα –ότι ένας μεταφραστής λογοτεχνίας μπορεί να κάνει, ανά πάσα στιγμή, μια αιφνιδιαστική επίθεση και ότι κάθε στιγμή εξαπατάμε τον αναγνώστη στο πλαίσιο μιας περίτεχνης ιδιοτελούς συνωμοσίας– είναι από τις πιο τοξικές στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Η πραγματικότητα της διεθνούς κυκλοφορίας κειμένων είναι ότι, ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο εμφάνισής τους, εναπόκειται στους μεταφραστές να επιλέξουν κάθε λέξη που αυτά θα περιέχουν. Όταν διαβάζετε στα αγγλικά τους Πλάνητες της νομπελίστριας Όλγκα Τοκάρτσουκ, οι λέξεις είναι όλες δικές μου. Οι μεταφραστές δεν είναι νίντζα, αλλά οι λέξεις είναι ανθρώπινες, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μοναδικές και δεν έχουν άμεσα ισοδύναμα. Για παράδειγμα: Το «δροσερό» δεν είναι πανομοιότυπο με το «κρύο», αν και είναι παρόμοιο. Το «παγωμένο» έχει άλλες συνδηλώσεις, άλλες χρήσεις· το ίδιο και το «παγερό». Η επιλογή μιας από αυτές τις εναλλακτικές δεν έχει από μόνη της νόημα· πρέπει να σταθμιστεί στην ισορροπία της πρότασης, της παραγράφου, του συνόλου και ο μεταφραστής είναι αυτός που ευθύνεται, από την αρχή ως το τέλος, για την οικοδόμηση μιας ανθηρής λεξιλογικής κοινότητας που είναι ταυτόχρονα αυτοτελής αλλά και βαθιά συνδεδεμένη με το πρότυπό της.

Από τότε που άρχισα το μεταπτυχιακό μου στη λογοτεχνική μετάφραση στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα πριν από ακριβώς 20 χρόνια, υπήρξαν πολλές θετικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο πληρώνονται και γίνονται αντιληπτοί οι μεταφραστές. Πάρτε το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ, το οποίο από το 2016 μοιράζει γενναιόδωρα το ποσό των 50.000 λιρών στον συγγραφέα και τον μεταφραστή, αναγνωρίζοντας έτσι πραγματικά το έργο σαν μια θεμελιωδώς συνεργατική οντότητα που, όπως ένα παιδί, χρειάζεται δύο γονείς για να υπάρξει.

Παρά τη συγκεκριμένη εξαιρετική πρόοδο, υπάρχουν ακόμα πολλά περιθώρια βελτίωσης. Αρκετά συχνά οι μεταφραστές δεν παίρνουν δικαιώματα –εγώ δεν πήρα στις ΗΠΑ για τους Πλάνητες– και ένας αναπάντεχα μεγάλος αριθμός εκδοτών δεν αναφέρει τους μεταφραστές στα εξώφυλλα των βιβλίων τους. Εκεί μπαίνει πάντα το όνομα του συγγραφέα· εκεί θα βρείτε και τον τίτλο. Πολύς κόσμος τείνει να εκπλήσσεται όταν μιλάω γι’ αυτό, ρίξτε όμως μια δεύτερη ματιά στο Διεθνές Βραβείο Μπούκερ και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Από το 2016 που ξεκίνησε το ξανασχεδιασμένο βραβείο κανένα από τα έξι βραβευμένα μυθιστορήματα δεν εμφανίζει το όνομα του μεταφραστή στο εξώφυλλο. Ο οίκος Granta δεν ανέφερε τη Ντέμπορα Σμιθ· ο Jonathan Cape δεν ανέφερε τη Τζέσικα Κόεν· ο Fitzcarraldo δεν ανέφερε εμένα· ο Sandstone Press δεν ανέφερε τη Μέριλιν Μπουθ· ο Faber & Faber δεν ανέφερε τη Μισέλ Χάτσισον. Στο εξώφυλλο του Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα του Νταβίντ Ντιόπ, νικητή για το 2021 από τον Pushkin Press, δεν αναγράφεται η Άννα Μοσχοβάκη, ενώ περιλαμβάνονται αποσπάσματα από τρεις επώνυμες πηγές. Τέσσερα ονόματα, με άλλα λόγια, στο εξώφυλλο ενός βιβλίου του οποίου κάθε λέξη έγραψε η Μοσχοβάκη. Αλλά το όνομά της θα ήταν υπερβολή.

Βασική παραδοχή πολλών εκδοτών φαίνεται να είναι ότι οι αναγνώστες δεν εμπιστεύονται τους μεταφραστές και δεν θα αγοράσουν ένα βιβλίο αν αντιληφθούν ότι είναι μετάφραση [* Σ.τ.Μ.: Το κείμενο μιλά κατά βάση για την αγγλόφωνη αγορά – στην Ελλάδα, δεν ισχύουν τα ίδια στάνταρ]. Ωστόσο, μήπως δεν είναι ακριβώς αυτό το τέχνασμα που θρέφει τη δυσπιστία και όχι η ίδια η μετάφραση; Αυτό που ενθαρρύνει έναν αναγνώστη να διαλέξει ένα άγνωστο βιβλίο είναι η συναρπαστική αίσθηση ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει ένα ενδιαφέρον ταξίδι με έναν εξειδικευμένο ξεναγό. Αν πρόκειται για μετάφραση παίρνει δύο οδηγούς στην τιμή του ενός, μια εκπληκτική –«εκπληκτική», «υπέροχη», «φανταστική», «θαυμάσια»– ευκαιρία.

Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα περισσότερη διαφάνεια σε κάθε επίπεδο λογοτεχνικής παραγωγής· η περίπτωση των μεταφραστών είναι ένα τέτοιο παράδειγμα – αν και θεωρώ πως χρήζει πιο άμεσης αντιμετώπισης σε σχέση με τα υπόλοιπα. Οι μεταφραστές δεν είναι νίντζα. Εμείς έχουμε τον τρόπο που θα ειπωθεί μια ιστορία· εμείς δημιουργούμε και διατηρούμε το ύφος του μεταφερμένου σε άλλη γλώσσα βιβλίου. Γενικά είμαστε οι πιο αξιόπιστοι υπερασπιστές των βιβλίων μας και τα φροντίζουμε καλύτερα απ’ τον καθένα. Δεν γίνεται λοιπόν τα εξώφυλλα να συνεχίζουν να κρύβουν το ποιοι είμαστε. Δεν γίνονται έτσι οι δουλειές, δεν μπορούν να μας αφαιρούν την ευθύνη των επιλογών μας και, με την εσκεμμένη συσκότιση που δημιουργεί, η πρακτική αυτή δείχνει ασέβεια όχι μόνο προς εμάς αλλά και προς τους αναγνώστες.